Η Αθήνα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα κυκλοφοριακού κορεσμού, ιδιαίτερα σε βασικούς άξονες και κομβικά σημεία που επιβαρύνονται καθημερινά σε ώρες αιχμής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο σχεδιασμός των επόμενων μεγάλων οδικών παρεμβάσεων δίνει ιδιαίτερο βάρος σε δύο νέες αστικές σήραγγες, οι οποίες φιλοδοξούν να αλλάξουν ουσιαστικά τη ροή των μετακινήσεων στην πρωτεύουσα. Το πρώτο και πιο φιλόδοξο έργο είναι η σήραγγα Ηλιουπόλεως. Πρόκειται για έναν υπόγειο άξονα μήκους περίπου 3 χιλιομέτρων, που σχεδιάζεται να συνδέσει τη Δυτική Περιφερειακή Υμηττού με τη Λεωφόρο Βουλιαγμένης και τη Λεωφόρο Κατεχάκη. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένας ταχείας κυκλοφορίας διάδρομος προς το νότιο μέτωπο της πόλης, παρακάμπτοντας την επιβάρυνση που καταγράφεται σήμερα στην επιφάνεια. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις, η διαδρομή από τη Λεωφόρο Κατεχάκη έως τη Λεωφόρο Βουλιαγμένης θα μπορούσε να μειωθεί περίπου στα 10 λεπτά, αντί για 30 με 40 λεπτά που απαιτούνται σήμερα σε συνθήκες αιχμής. Η συγκεκριμένη σήραγγα θεωρείται κρίσιμο κομμάτι της συνολικής κυκλοφοριακής αναδιάρθρωσης της Αθήνας και εξετάζεται να προωθηθεί στο πλαίσιο των Πρότυπων Προτάσεων, ενώ παράλληλα συνδέεται και με τον ευρύτερο σχεδιασμό επέκτασης της Αττικής Οδού. Αν προχωρήσει, θα αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις που έχουν ποτέ σχεδιαστεί στο νότιο τμήμα του λεκανοπεδίου. Το δεύτερο μεγάλο έργο αφορά την επέκταση της Λεωφόρου Κύμης, η οποία συνοδεύεται από αστική σήραγγα περίπου 2,4 χιλιομέτρων.

Εδώ το ζητούμενο είναι η αποσυμφόρηση του βόρειου τομέα της Αττικής, με έμφαση σε περιοχές και κόμβους που σήμερα δέχονται τεράστια πίεση, όπως ο Κηφισός και η Μεταμόρφωση. Σε τεχνικό επίπεδο προβλέπεται υπόγεια διάνοιξη σε μεγάλο τμήμα, αλλά και κατασκευή με τη μέθοδο cut and cover, ώστε να δημιουργηθεί ένας σύγχρονος κλειστός οδικός άξονας. Το βασικό όφελος από το έργο της Κύμης είναι ότι θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά τις ουρές που σχηματίζονται σήμερα στον κόμβο της Μεταμόρφωσης και γενικότερα να προσφέρει πιο άμεσες συνδέσεις προς και από το εθνικό δίκτυο. Σε μια Αθήνα όπου το κυκλοφοριακό πρόβλημα δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο κέντρο, αλλά απλώνεται σε ολόκληρο το μητροπολιτικό δίκτυο, τέτοιου τύπου παρεμβάσεις θεωρούνται από τις λίγες που μπορούν να φέρουν πραγματική διαφορά στην καθημερινότητα των οδηγών. Παρότι και τα δύο έργα εμφανίζονται ψηλά στον σχεδιασμό, η υλοποίησή τους δεν θεωρείται άμεση. Πρόκειται για παρεμβάσεις που απαιτούν μεγάλη προετοιμασία, ωρίμανση μελετών και εξασφάλιση χρηματοδότησης. Αυτό σημαίνει ότι, όσο σημαντικές κι αν είναι για το μέλλον της πόλης, βρίσκονται ακόμη σε φάση σχεδιασμού και όχι σε στάδιο άμεσης έναρξης κατασκευής. Παράλληλα, σε πιο κοντινό χρονικό ορίζοντα, αναμένεται έως το 2028 να ολοκληρωθεί και η υπογειοποίηση της Λεωφόρου Ποσειδώνος, ένα ξεχωριστό έργο που επίσης αναμένεται να βελτιώσει την κυκλοφορία στο παραλιακό μέτωπο. Όλα αυτά δείχνουν ότι η επόμενη μεγάλη προσπάθεια για την Αθήνα περνά πλέον μέσα από υπόγειες οδικές παρεμβάσεις, με στόχο να δοθούν πιο γρήγορες και πιο καθαρές διαδρομές εκεί όπου σήμερα το μποτιλιάρισμα θεωρείται μόνιμη κατάσταση.