Η ατμοσφαιρική ρύπανση εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο σοβαρούς και υποτιμημένους κινδύνους για τη δημόσια υγεία στην Ευρώπη. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα PM2.5, δηλαδή τα λεπτά αιωρούμενα σωματίδια με διάμετρο μικρότερη από 2,5 μικρόμετρα, τα οποία είναι αρκετά μικρά ώστε να εισχωρούν βαθιά στους πνεύμονες και από εκεί να περνούν στην κυκλοφορία του αίματος. Η μακροχρόνια έκθεση σε αυτά συνδέεται με καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα, εγκεφαλικά επεισόδια και καρκίνο του πνεύμονα, ενώ η ατμοσφαιρική ρύπανση παραμένει η σημαντικότερη περιβαλλοντική αιτία πρόωρων θανάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με περίπου 300.000 θανάτους ετησίως. Τα PM2.5 δεν προέρχονται μόνο από τη βαριά βιομηχανία. Παράγονται από την καύση ορυκτών καυσίμων, από τζάκια και σόμπες, από διυλιστήρια, εργοστάσια τσιμέντου, δασικές πυρκαγιές και φυσικά από την κυκλοφορία. Αυτό κάνει το πρόβλημα πιο σύνθετο, καθώς δεν αντιμετωπίζεται μόνο με μία παρέμβαση, αλλά απαιτεί αλλαγές στην ενέργεια, στις μεταφορές, στη θέρμανση και στον τρόπο λειτουργίας των πόλεων. Στην Ευρώπη, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις PM2.5 καταγράφονται στη νότια Ιταλία, με τις πόλεις Ceglie Messapica και Torchiarolo να φτάνουν σε ετήσιους μέσους όρους 117 και 113μg/m³ αντίστοιχα. Οι τιμές αυτές ξεπερνούν κατά πολύ το ευρωπαϊκό όριο των 25μg/m³, ενώ είναι πολλαπλάσιες από το αυστηρότερο όριο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, που τοποθετεί την ασφαλή ετήσια έκθεση μόλις στα 5μg/m³. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Ιταλία, καθώς υπερβάσεις έχουν καταγραφεί και σε Πολωνία, Κροατία, Βοσνία Ερζεγοβίνη, Σερβία, Βόρεια Μακεδονία, Ρουμανία, Τουρκία και σε συγκεκριμένο σημείο της Κοπεγχάγης. Για την Ελλάδα, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο οι τιμές ρύπανσης σε συγκεκριμένες ημέρες, αλλά η θέση της χώρας στους δείκτες θνησιμότητας που συνδέονται με τη μακροχρόνια έκθεση σε PM2.5. Τα Βαλκάνια και η Ανατολική Ευρώπη εμφανίζουν τα υψηλότερα εκτιμώμενα ποσοστά θνησιμότητας ανά 100.000 κατοίκους, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην ίδια ζώνη κινδύνου με χώρες όπως η Αλβανία, η Βουλγαρία και η Ρουμανία. Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφονται στη βόρεια Ευρώπη, σε χώρες όπως η Ισλανδία, η Φινλανδία, η Σουηδία, η Νορβηγία και η Εσθονία. Η Αθήνα έχει ιδιαίτερη σημασία μέσα σε αυτή την εικόνα, καθώς συνδυάζει μεγάλη κυκλοφοριακή επιβάρυνση, πυκνή δόμηση, υψηλές θερμοκρασίες και σημαντική χρήση ξυλόσομπας ή τζακιού σε περιόδους θέρμανσης. Το κέντρο της πόλης καταγράφει ετήσιο μέσο όρο PM2.5 στα 14,7μg/m³, αυξημένο σε σχέση με τα 11μg/m³ του 2024. Η τιμή αυτή βρίσκεται κάτω από το σημερινό ευρωπαϊκό όριο, αλλά παραμένει σχεδόν τριπλάσια από το όριο του ΠΟΥ, δείχνοντας τη διαφορά ανάμεσα στη νομική συμμόρφωση και στην πραγματική προστασία της υγείας.

Πέρα από τα αιωρούμενα σωματίδια, η Αθήνα πιέζεται έντονα και από τα οξείδια του αζώτου. Μαζί με το Μιλάνο, συγκαταλέγεται στις ευρωπαϊκές πόλεις όπου πάνω από το 70% των ρύπων NOx προέρχεται από οχήματα και μεταφορές. Αυτό συνδέει άμεσα το πρόβλημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης με τον στόλο αυτοκινήτων, την ηλικία των οχημάτων, την κυκλοφοριακή συμφόρηση και τη χρήση παλαιών τεχνολογιών κινητήρων. Η Ελλάδα έχει έναν από τους πιο γερασμένους στόλους επιβατικών αυτοκινήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με μέση ηλικία περίπου 17,5 έτη, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται στα 12 με 13 χρόνια. Πολλά από αυτά τα οχήματα ανήκουν σε παλαιές προδιαγραφές ρύπων, ακόμη και Euro 3 ή παλαιότερες, με αυξημένες εκπομπές σωματιδίων και οξειδίων του αζώτου. Η ανανέωση του στόλου δεν είναι μόνο θέμα τεχνολογικής αναβάθμισης ή οικονομίας καυσίμου, αλλά και ζήτημα δημόσιας υγείας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι συζητήσεις για προγράμματα απόσυρσης παλαιών οχημάτων, ενίσχυση του τεχνικού ελέγχου και διαφορετικό υπολογισμό τελών κυκλοφορίας με βάση τις εκπομπές. Αν τέτοια μέτρα εφαρμοστούν σωστά, μπορούν να περιορίσουν σταδιακά τη συμβολή των παλαιών ΙΧ, των ταξί και των ελαφρών επαγγελματικών οχημάτων στη ρύπανση των μεγάλων αστικών κέντρων. Από μόνα τους όμως δεν αρκούν, αν δεν συνοδευτούν από καλύτερες δημόσιες μεταφορές, περιορισμό της άσκοπης χρήσης ΙΧ και μέτρα για την ανεξέλεγκτη καύση ξύλου τον χειμώνα. Τα PM2.5 δεν είναι ο μοναδικός κίνδυνος. Στην ευρωπαϊκή εικόνα προστίθενται τα PM10, το επίγειο όζον και ουσίες όπως το βενζο(α)πυρένιο, που παράγεται από την καύση και συνδέεται με σοβαρούς κινδύνους για την υγεία. Το επίγειο όζον σχηματίζεται όταν η ηλιακή ακτινοβολία αλληλεπιδρά με ρύπους από την κυκλοφορία και άλλες πηγές, κάτι που κάνει τις ζεστές και ηλιόλουστες περιόδους ιδιαίτερα επιβαρυντικές για τις πόλεις του ευρωπαϊκού Νότου. Για τους πολίτες, η προστασία ξεκινά από την ενημέρωση. Η παρακολούθηση της ποιότητας αέρα σε πραγματικό χρόνο βοηθά ώστε να αποφεύγεται η έντονη άσκηση σε ώρες υψηλής ρύπανσης, ενώ ο αερισμός του σπιτιού είναι προτιμότερο να γίνεται εκτός ωρών κυκλοφοριακής αιχμής. Σε περιοχές με έντονο πρόβλημα, οι καθαριστές αέρα εσωτερικού χώρου μπορούν να μειώσουν την έκθεση, ενώ η χρήση πιστοποιημένων συστημάτων θέρμανσης και η αποφυγή ανεξέλεγκτης καύσης ξύλου έχουν άμεση σημασία. Η Ελλάδα βρίσκεται σε δύσκολη θέση γιατί συνδυάζει πολλούς αρνητικούς παράγοντες: παλαιό στόλο, αστική συμφόρηση, χρήση τζακιών και ξυλόσομπας, υψηλές θερμοκρασίες και πόλεις που δεν έχουν σχεδιαστεί για να αναπνέουν εύκολα. Η μετάβαση σε καθαρότερες μετακινήσεις και νεότερα οχήματα δεν είναι απλώς περιβαλλοντικός στόχος. Είναι αναγκαία προϋπόθεση για λιγότερους πρόωρους θανάτους και καλύτερη ποιότητα ζωής στις ελληνικές πόλεις.