ΗΠΑ και Ε.Ε. έδωσαν τα χέρια – Αυτή είναι η νέα εμπορική συμφωνία

ΗΠΑ και Ε.Ε. έδωσαν τα χέρια – Αυτή είναι η νέα εμπορική συμφωνία

Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, πιέσεων και φόβων για εμπορική σύγκρουση, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέληξαν τελικά σε μια ευρείας κλίμακας εμπορική συμφωνία που φιλοδοξεί να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις τους και να δώσει νέα ώθηση στις διατλαντικές ανταλλαγές. Η συμφωνία, η οποία οριστικοποιήθηκε στη Σκωτία έπειτα από συνάντηση του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, περιλαμβάνει ουσιαστικές μειώσεις δασμών, δεσμεύσεις για μαζικές επενδύσεις και πολιτική ισορροπία σε ευαίσθητους τομείς.

Το βασικό στοιχείο της συμφωνίας είναι η επιβολή ανώτατου ορίου 15% στους δασμούς για την πλειοψηφία των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς τις ΗΠΑ. Αυτό από μόνο του μεταφράζεται σε ανακούφιση για πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες, ιδιαίτερα στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, όπου μέχρι σήμερα τα προϊόντα τους αντιμετώπιζαν εισαγωγικούς δασμούς έως και 27,5%. Η νέα συμφωνία αποτρέπει επίσης την απειλή επιβολής δασμών ύψους 50% που είχε τεθεί στο τραπέζι για τις 1 Αυγούστου, γεγονός που θα είχε οδηγήσει σε κατακόρυφη αύξηση του κόστους και πιθανό εμπορικό πόλεμο.

Ως αντάλλαγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύεται να αγοράσει ενεργειακά προϊόντα από τις ΗΠΑ ύψους 750 δισ. δολαρίων έως το 2028, όπως υγροποιημένο φυσικό αέριο, πετρέλαιο και πυρηνικά καύσιμα. Επιπλέον, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και ιδιωτικές εταιρείες συμφώνησαν να επενδύσουν περισσότερα από 600 δισ. δολάρια σε στρατηγικούς τομείς της αμερικανικής οικονομίας, περιλαμβανομένων των ημιαγωγών, της τεχνητής νοημοσύνης και των αμυντικών συστημάτων.

 ΗΠΑ και Ε.Ε. έδωσαν τα χέρια – Αυτή είναι η νέα εμπορική συμφωνία

Η συμφωνία δεν ήρθε χωρίς εντάσεις. Η Γερμανία την χαρακτήρισε «ρεαλιστική και αναγκαία», ενώ η Γαλλία εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις, κάνοντας λόγο για «παραχώρηση κυριαρχίας» και «εξάρτηση από την αμερικανική ενέργεια και τεχνολογία». Η φον ντερ Λάιεν πάντως υπερασπίστηκε τη συμφωνία, λέγοντας πως διασφαλίζει την ευρωπαϊκή πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες και εξασφαλίζει ανάπτυξη χωρίς εμπορικούς εκβιασμούς.

Η αυτοκινητοβιομηχανία, που συχνά βρίσκεται στο επίκεντρο τέτοιων συμφωνιών, φαίνεται να είναι ο μεγάλος κερδισμένος. Κατασκευαστές όπως η BMW, η Mercedes και η Stellantis θα έχουν πλέον μεγαλύτερη ευχέρεια να εξάγουν στις ΗΠΑ, με λιγότερα εμπόδια και μικρότερο κόστος. Από την άλλη, οι ΗΠΑ διασφαλίζουν την ενεργειακή τους επιρροή και ενισχύουν την τεχνολογική και στρατιωτική συνεργασία με την Ε.Ε.

Η συμφωνία χαρακτηρίζεται «win-win» από τους υποστηρικτές της, όμως αρκετοί οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η μακροπρόθεσμη επίδρασή της θα εξαρτηθεί από το πόσο ισόρροπα θα εφαρμοστούν οι δεσμεύσεις και από τη διατήρηση της διαφάνειας ανάμεσα στις δύο πλευρές. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μια ιστορική κίνηση που σηματοδοτεί μια νέα φάση στις διατλαντικές σχέσεις – με όρους που διαμορφώνονται πλέον σε ένα πολυπολικό και αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον.