Όταν η Τροχαία γίνεται ταμείο, η οδική ασφάλεια πάει περίπατο

Όταν η Τροχαία γίνεται ταμείο, η οδική ασφάλεια πάει περίπατο

Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα δεν χρειάζεται υπερβολή για να γίνει εξοργιστική. Ένα περιπολικό σταματημένο στη ΛΕΑ της Αττικής Οδού για έλεγχο φορτηγού. Ένας μοτοσικλετιστής νεκρός έπειτα από σύγκρουση που εμπλέκει αυτό το σημείο ελέγχου. Λίγες ημέρες νωρίτερα, εικόνες αστυνομικού πεζού στην αριστερή λωρίδα του ίδιου αυτοκινητόδρομου, με ραντάρ στο χέρι, να μετρά ταχύτητες μέσα σε δρόμο όπου η παραμικρή λάθος κίνηση μπορεί να σκοτώσει. Αν αυτό είναι το νέο δόγμα οδικής αστυνόμευσης, τότε κάποιος έχει μπερδέψει την πρόληψη με την παγίδα και την ασφάλεια με το μπλοκάκι. Η ΕΛ.ΑΣ. μπορεί να επικαλεστεί κανονισμούς, διαδικασίες, φάρους, ΛΕΑ, δικαιώματα ελέγχου και υπηρεσιακές εντολές. Όλα αυτά όμως δεν αλλάζουν την ουσία. Σε έναν κλειστό αυτοκινητόδρομο, με υψηλές ταχύτητες, μεγάλες ροές και μικρά περιθώρια αντίδρασης, κάθε σταματημένο όχημα είναι κίνδυνος. Κάθε πεζός πάνω στο οδόστρωμα είναι κίνδυνος. Κάθε αστυνομική ενέργεια που δημιουργεί απρόβλεπτο εμπόδιο στο περιβάλλον ενός αυτοκινητόδρομου πρέπει να αντιμετωπίζεται με απόλυτη σοβαρότητα, όχι σαν να μιλάμε για έλεγχο σε παράδρομο, σε πλατεία ή σε δημοτικό δρόμο με 30km/h. Η ανακοίνωση για το θανατηφόρο τροχαίο αναφέρει ότι περιπολικό του Τμήματος Τροχαίας Αττικής Οδού βρισκόταν σταθμευμένο στη ΛΕΑ, κοντά στα διόδια της Ανθούσας, στο ρεύμα προς Ελευσίνα, για τη βεβαίωση παράβασης σε οδηγό φορτηγού λόγω μη χρήσης ζώνης. Ο οδηγός μοτοσικλέτας φέρεται να προσέκρουσε στο σταματημένο περιπολικό ή σε σημείο του, να έχασε τον έλεγχο και να καταλήξει στο φορτηγό, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα. Οι ακριβείς συνθήκες θα κριθούν από την προανάκριση και από τον εισαγγελέα. Όμως η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να μείνει μόνο στο ποιος ακούμπησε πού και με ποια γωνία. Το ερώτημα είναι μεγαλύτερο: έπρεπε αυτός ο έλεγχος να γίνεται εκεί, με αυτόν τον τρόπο, για αυτήν την παράβαση; Γιατί εδώ δεν μιλάμε για καταδίωξη εγκληματία, για αποτροπή άμεσου κινδύνου, για ακινητοποίηση οχήματος που απειλεί ζωές εκείνη τη στιγμή. Μιλάμε, με βάση την ανακοίνωση, για έλεγχο ζώνης σε φορτηγό. Σοβαρή παράβαση, ναι. Θέμα οδικής ασφάλειας, επίσης ναι. Αλλά αρκετά σοβαρό ώστε να στηθεί έλεγχος στη ΛΕΑ ενός από τους πιο φορτωμένους αυτοκινητόδρομους της χώρας; Αρκετά σοβαρό ώστε να μετατραπεί η ΛΕΑ, που υπάρχει για βλάβες, ακινητοποιήσεις και έκτακτες ανάγκες, σε σημείο βεβαίωσης προστίμων; Εκεί αρχίζει το πρόβλημα. Η ΛΕΑ δεν είναι γραφείο εξυπηρέτησης παραβάσεων. Δεν είναι πρόχειρο πάρκινγκ της Τροχαίας. Δεν είναι εισπρακτικό περίπτερο. Είναι λωρίδα έκτακτης ανάγκης και η λέξη «έκτακτη» δεν μπήκε τυχαία. Όταν το κράτος απαιτεί από τους οδηγούς να τη σέβονται, πρέπει πρώτο το κράτος να μην την ευτελίζει. Αν ο πολίτης σταματήσει στη ΛΕΑ χωρίς λόγο, καλώς τιμωρείται. Όταν όμως το ίδιο κάνει η αστυνομία για ελέγχους που θα μπορούσαν να οργανωθούν αλλού, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι διπλό και επικίνδυνο: για εσένα απαγορεύεται, για εμάς επιτρέπεται, ακόμη κι αν αυξάνει τον κίνδυνο. Ακόμη πιο εξοργιστική είναι η εικόνα του αστυνομικού που εμφανίζεται πεζός στην αριστερή λωρίδα της Αττικής Οδού κρατώντας ραντάρ. Το βίντεο προκάλεσε εύλογες αντιδράσεις, γιατί δείχνει κάτι που δεν χρειάζεται ειδική τεχνική ανάλυση για να καταλάβεις ότι είναι επικίνδυνο. Ένας άνθρωπος πεζός μέσα σε αυτοκινητόδρομο, στο αριστερό άκρο της κυκλοφορίας, με αυτοκίνητα να περνούν σε ταχύτητες αυτοκινητόδρομου, δεν είναι εικόνα οργανωμένης αστυνόμευσης. Είναι εικόνα παραλογισμού. Το ίδιο δημοσίευμα υπενθυμίζει ότι ο ΚΟΚ απαγορεύει την κυκλοφορία πεζών σε αυτοκινητόδρομους και οδούς ταχείας κυκλοφορίας, με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων. Ακόμη κι αν η υπηρεσία επικαλεστεί εξαίρεση, η ουσία δεν εξαφανίζεται: το νόμιμο δεν είναι πάντα και λογικό, όταν η εφαρμογή του παράγει κίνδυνο. Και εδώ φαίνεται η μεγάλη υποκρισία. Η Τροχαία μιλά συνεχώς για οδική ασφάλεια, αλλά στην πράξη πολλές φορές λειτουργεί σαν μηχανισμός μέτρησης, καταγραφής και είσπραξης. Ραντάρ σε σημεία που δεν προλαμβάνουν τίποτα. Έλεγχοι σε θέσεις που αιφνιδιάζουν αντί να προστατεύουν. Παρουσία εκεί όπου μπορεί να πέσει πρόστιμο, απουσία εκεί όπου καθημερινά γίνεται χάος. Αν το ζητούμενο ήταν πραγματικά η ασφάλεια, οι προτεραιότητες θα ήταν διαφορετικές. Θα υπήρχε εμφανής αστυνόμευση στα σημεία υψηλού κινδύνου. Θα υπήρχαν κάμερες και αυτοματοποιημένα συστήματα σε ασφαλείς θέσεις. Θα υπήρχε παρέμβαση σε επικίνδυνους ελιγμούς, σε κολλητή οδήγηση, σε φορτηγά που αλλάζουν λωρίδες χωρίς χώρο, σε οδηγούς που μπαίνουν στη ΛΕΑ, σε κινητά στο τιμόνι, σε αντικοινωνική οδήγηση που δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο. Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε σκηνές που θυμίζουν ξεπερασμένη λογική δεκαετιών. Έναν αστυνομικό με ραντάρ στο χέρι, σαν να βρίσκεται σε επαρχιακό δρόμο του 1995, ενώ γύρω του περνά η κυκλοφορία ενός σύγχρονου κλειστού αυτοκινητόδρομου. Περιπολικά να στήνονται σε ΛΕΑ για ελέγχους, λες και ο δρόμος δεν έχει κάμερες, κέντρα διαχείρισης, τεχνολογία, μεταβλητή σήμανση, σταθμούς διοδίων και υποδομή που μπορεί να αξιοποιηθεί χωρίς να βάζει ανθρώπους και οδηγούς σε κίνδυνο.Το χειρότερο είναι ότι αυτή η λογική εκπαιδεύει λάθος και τον οδηγό. Ο πολίτης δεν βλέπει μια αστυνομία που τον προστατεύει. Βλέπει μια αστυνομία που παραμονεύει. Δεν βλέπει πρόληψη. Βλέπει παγίδα. Και όταν ο οδηγός αισθάνεται ότι η αστυνόμευση υπάρχει κυρίως για να γράψει, όχι για να σώσει, τότε χάνεται η εμπιστοσύνη. Χωρίς εμπιστοσύνη, η συμμόρφωση γίνεται φόβος προστίμου και όχι συνείδηση ασφάλειας. Αυτό είναι τεράστια αποτυχία πολιτικής οδικής ασφάλειας. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν λέει να μην υπάρχουν έλεγχοι. Κανείς δεν λέει να αφήνονται ατιμώρητοι όσοι τρέχουν, όσοι δεν φορούν ζώνη, όσοι μιλούν στο κινητό, όσοι οδηγούν επικίνδυνα. Το αντίθετο. Η Ελλάδα χρειάζεται πολύ αυστηρότερη και πιο σταθερή επιβολή του ΚΟΚ. Αλλά άλλο αυστηρότητα και άλλο ανοργανωσιά. Άλλο πρόληψη και άλλο εισπρακτική εμμονή. Άλλο τεχνολογικά οργανωμένη αστυνόμευση και άλλο εικόνες που δημιουργούν μεγαλύτερο ρίσκο από αυτό που υποτίθεται ότι πολεμούν. Η Αττική Οδός δεν είναι ένα τυχαίο κομμάτι ασφάλτου. Είναι κλειστός αυτοκινητόδρομος με μεγάλο κυκλοφοριακό φόρτο, σταθερές υψηλές ταχύτητες και πολλούς επαγγελματίες οδηγούς. Εκεί οι κανόνες πρέπει να είναι αυστηρότεροι και για τους πολίτες και για την αστυνομία. Αν χρειάζεται έλεγχος φορτηγού, πρέπει να γίνεται σε ασφαλές σημείο. Αν χρειάζεται μέτρηση ταχύτητας, πρέπει να γίνεται με σταθερή ή κινητή τεχνολογία που δεν βάζει πεζό άνθρωπο μέσα στο πεδίο κυκλοφορίας. Αν χρειάζεται καταγραφή παραβάσεων, υπάρχουν κάμερες, αυτόματα συστήματα, πινακίδες, διασταυρώσεις δεδομένων και διαδικασίες που δεν απαιτούν αυτοσχεδιασμό στο οδόστρωμα.

Όταν η Τροχαία γίνεται ταμείο, η οδική ασφάλεια πάει περίπατο

Το επιχείρημα «έτσι γίνονται οι έλεγχοι» δεν αρκεί πια. Αν έτσι γίνονται, να αλλάξουν. Αν το πρωτόκολλο επιτρέπει τέτοιες εικόνες, να ξαναγραφτεί. Αν η υπηρεσία θεωρεί φυσιολογικό να βρίσκεται αστυνομικός πεζός στην αριστερή λωρίδα αυτοκινητόδρομου με ραντάρ στο χέρι, τότε το πρόβλημα δεν είναι ο συγκεκριμένος αστυνομικός. Είναι η νοοτροπία που τον έστειλε εκεί ή τον άφησε να βρεθεί εκεί. Και αν μετά από θανατηφόρο περιστατικό με περιπολικό στη ΛΕΑ η συζήτηση μείνει μόνο στη νομική κάλυψη της υπηρεσίας, τότε δεν θα έχει αλλάξει τίποτα. Η οδική ασφάλεια δεν είναι άλλοθι για εύκολο πρόστιμο. Είναι υποχρέωση του κράτους να μειώνει τον κίνδυνο, όχι να τον μεταφέρει λίγο πιο κάτω για να γράψει μια παράβαση. Δεν γίνεται να ζητάς από τον οδηγό να σέβεται τον αυτοκινητόδρομο όταν η ίδια η αστυνόμευση συμπεριφέρεται σαν να μην καταλαβαίνει τη δυναμική του. Δεν γίνεται να μιλάς για πρόληψη όταν στήνεις ελέγχους που αιφνιδιάζουν, αποσπούν την προσοχή ή δημιουργούν εμπόδια. Δεν γίνεται να βαφτίζεις ασφάλεια ό,τι καταλήγει σε περισσότερα χαρτιά, περισσότερες κλήσεις και περισσότερα έσοδα. Η ΕΛ.ΑΣ. χρειάζεται αλλαγή δόγματος, όχι επικοινωνιακές απαντήσεις. Να φύγει από τη λογική του «γράφω όπου μπορώ» και να πάει στη λογική του «παρεμβαίνω όπου σώζω». Να σταματήσει η χρήση της ΛΕΑ ως βολικού σημείου ελέγχου για παραβάσεις που μπορούν να βεβαιωθούν αλλού. Να απαγορευτεί στην πράξη οποιαδήποτε πεζή παρουσία αστυνομικού σε ενεργές λωρίδες αυτοκινητόδρομου, εκτός από απολύτως ελεγχόμενες επιχειρήσεις έκτακτης ανάγκης. Να μπουν σύγχρονα συστήματα ελέγχου ταχύτητας και παραβάσεων, με διαφάνεια, σήμανση, τεκμηρίωση και στόχευση στα σημεία κινδύνου. Να αξιολογείται κάθε έλεγχος όχι μόνο με βάση πόσες κλήσεις έφερε, αλλά με βάση πόσο κίνδυνο αφαίρεσε από τον δρόμο. Γιατί αυτό είναι το πραγματικό μέτρο. Όχι πόσα πρόστιμα κόπηκαν. Όχι πόσες παραβάσεις βεβαιώθηκαν. Όχι πόσα δελτία Τύπου βγήκαν για «εντατικούς ελέγχους». Το μέτρο είναι πόσοι άνθρωποι γύρισαν σπίτι τους. Αν μια πρακτική φέρνει έσοδα αλλά δημιουργεί κίνδυνο, είναι αποτυχημένη. Αν μια αστυνόμευση πιάνει παραβάτες αλλά παράλληλα στήνει επικίνδυνα σκηνικά πάνω στον δρόμο, τότε δεν υπηρετεί την ασφάλεια. Υπηρετεί το ταμείο και την εικόνα. Το δυστύχημα στην Αττική Οδό θα το ερευνήσουν οι αρμόδιες αρχές. Η ευθύνη του κάθε εμπλεκόμενου θα κριθεί θεσμικά. Αλλά το πολιτικό και υπηρεσιακό συμπέρασμα δεν χρειάζεται να περιμένει χρόνια. Η Τροχαία πρέπει να σταματήσει να λειτουργεί σαν κινητό εισπρακτικό συνεργείο και να ξαναγίνει δύναμη πρόληψης. Σε αυτοκινητόδρομο δεν παίζεις. Δεν στήνεις παγίδες. Δεν περπατάς στις λωρίδες. Δεν μετατρέπεις τη ΛΕΑ σε σημείο ελέγχου για να βγει το νούμερο της ημέρας. Αν το κράτος θέλει πραγματική οδική ασφάλεια, ας το αποδείξει εκεί που πονάει: στην αλλαγή πρακτικών, στην τεχνολογία, στη λογοδοσία και στην εγκατάλειψη της λογικής «κόψε κλήσεις να φανεί έργο». Μέχρι τότε, κάθε φορά που ένας οδηγός βλέπει ραντάρ στημένο σαν ενέδρα ή περιπολικό σε σημείο που το ίδιο δημιουργεί κίνδυνο, δεν θα σκέφτεται ότι προστατεύεται. Θα σκέφτεται ότι κάποιος παίζει με την ασφάλειά του στο όνομα της είσπραξης. Και αυτό, για μια υπηρεσία που υποτίθεται ότι υπάρχει για να σώζει ζωές, είναι η μεγαλύτερη ήττα.